Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καθρέφτης στα γαλλικά
καθρέφτης
λέγεται
ka’threftis
.
καθρέφτης
σημαίνει στα γαλλικά
glace / miroir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καθρέφτης : miroir
- καθρέφτης τσέπης : miroir de poche
- καθρέφτης χειρός : glace à main
- διχρωϊκό κάτοπτρο / διχρωϊκός καθρέφτης : miroir dichroïque
- καθρέφτης ρεύματος : courant en rapport géométrique
- καθρέφτης από γυαλί : miroir en verre
- κρεμαστός καθρέφτης : miroir mural / miroir à suspendre
- μεταλλικός καθρέφτης : miroir métallique
- εσωτερικός καθρέφτης αυτοκινήτου : système de rétrovisée
- καθρέφτης του πώματος της φιάλης : miroir(du bouchon)
Subscribe
0 Comments


