Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καμήλα στα γαλλικά
καμήλα
λέγεται
ka’mila
.
καμήλα
σημαίνει στα γαλλικά
chameau
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καμήλα : chameau
- καμήλα σέλλας : chameau à selle
- καμήλα αραβική : chameau d'Arabie
- καμήλα βακτριανή : chameau bactrien
- μαλλί από βακτριανή καμήλα : koork
Subscribe
0 Comments


