Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καπνιστός στα γαλλικά
καπνιστός
λέγεται
kapni’stos
.
καπνιστός
σημαίνει στα γαλλικά
fumé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καπνιστός / .....αέρος : boucane
- νίτικο / λυκουρίνος : mulet cabot fumé
- καπνιστός, -ό : fumé
- καπνιστός σολομός Ειρηνικού : saumon fumé du Pacifique
- καπνιστός σολομός Ατλαντικού : saumon fumé de l'Atlantique
- βακαλάος μελανόχρωμος καπνιστός : see-lachs / lieu noir fumé
- απλώς καπνιστός σολομός σε κουτιά : saumon simplement fumé en boîtes
- καπνιστός σολομός Ατλαντικού εκτροφής : saumon d'élevage de l'Atlantique fumé
Subscribe
0 Comments


