Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καραδοκώ στα γαλλικά
καραδοκώ
λέγεται
karadho’ko
.
καραδοκώ
σημαίνει στα γαλλικά
guetter
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
