Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κατάλοιπο στα γαλλικά
κατάλοιπο
λέγεται
ka’talipo
.
κατάλοιπο
σημαίνει στα γαλλικά
résidu / reste
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κατάλοιπο / υπόλειμμα : résidu
- υπόλοιπo / κατάλοιπο : résidu / résiduel
- κατάλοιπο : relicte
- κατάλοιπο : résidu
- απαέρια / καυσαέριο : gaz d'échappement / gaz résiduel d'échappement
- φύρα κλωστής / κατάλοιπο νήματος : filandre / bout de fil
- βάττα / κατάλοιπο βαμβακιού : coton
- κατάλοιπο ροής : résidu de flux / résidus de flux
- σκουπιδολίπασμα / κατάλοιπο της λιπασματοποίησης : refus de compostage
- όξινο κατάλοιπο : résidu acide
Subscribe
0 Comments


