Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κατανέμω στα γαλλικά
κατανέμω
λέγεται
kata’nemo
.
κατανέμω
σημαίνει στα γαλλικά
répartir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- διανέμω / μοιράζω : distribuer
- κατανέμω : répartir
- κατανέμω : attribuer
- κατανέμω : ventiler
- κατανέμω κείμενο : couler du texte
- κατανέμω τη δαπάνη / επιμερίζω τη δαπάνη : répartir les dépens
- κατανέμω εργασίες : répartir les opérations
- κατανέμω ποσοστώσεις : répartir des contingents
- κατανέμω τις εργασίες : répartir les tâches
- φορτώνω πλοίο ισοβύθιστα / κατανέμω ομοιόμορφα το φορτίο στο πλοίο : charger en équilibre / amonceler en équilibre
Subscribe
0 Comments


