Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κολλάω στα γαλλικά
κολλάω
λέγεται
ko’lao
.
κολλάω
σημαίνει στα γαλλικά
coller
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κολλάω στο ποντέλο : empontiller
- κολλάω τη ράχη ενός βιβλίου : encoller le dos d'un livre
Subscribe
0 Comments


