Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κυτταρικός στα γαλλικά
κυτταρικός
λέγεται
kitari’kos
.
κυτταρικός
σημαίνει στα γαλλικά
cellulaire
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κυτταρικός : cellulaire
- πυρήνας / πυρήνας κυττάρου : noyau / nucléus
- κυτταρικός ιστός : tissu cellulaire
- κυτταρικός χυμός : suc cellulaire
- κυτταρικός κλώνος : clone cellulaire
- CCR / τρέχον κυτταρικός ρυθμός : taux de cellules courant / débit courant des cellules
- MCR / ελάχιστος κυτταρικός ρυθμός : débit minimal / débit de cellule minimal
- PCR / κυτταρικός ρυθμός κορυφής : débit crête / débit de cellules maximal
- SCR / διατηρήσιμος κυτταρικός ρυθμός : débit projeté / débit cellule soutenu
Subscribe
0 Comments


