Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κόπιτσα στα γαλλικά
κόπιτσα
λέγεται
’kopitsa
.
κόπιτσα
σημαίνει στα γαλλικά
pression
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κόπιτσα : oeillet
- κόπιτσα δακτυλιοφόρου κλώστριας : curseur d'un continu à filer à anneau
- κόπιτσα αδελφωτικής και στριπτικής μηχανής με δακτυλίδι : curseur d'un continu à retordre à anneau
Subscribe
0 Comments


