Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κόπωση στα γαλλικά
κόπωση
λέγεται
’koposi
.
κόπωση
σημαίνει στα γαλλικά
fatigue
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κόπωση : fatigue
- κοπιωπία / κόπωση κινητικότητας : fatigue motrice
- κοπισπία / ασθενοπία : kopiopie / asthénopie
- μυïκή κόπωση : fatigue musculaire
- χρόνια κόπωση : fatigue chronique
- κόπωση όρασης : fatigue visuelle
- οπτική κόπωση : fatigue visuelle
- κυκλική κόπωση : fatigue périodique
Subscribe
0 Comments


