Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

λατομείο στα γαλλικά
λατομείο
λέγεται
lato’mio
.
λατομείο
σημαίνει στα γαλλικά
carrière
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- λατομείο : carrière
- υπόγειο λατομείο : carrière souterraine
- λατομείο αργίλου : carrière d'argile
- υπαίθριο λατομείο : carrière à ciel ouvert
- λατομείο/θήραμα : carrière
- λατομείο ασβεστολίθου : carrière de calcaire
Subscribe
0 Comments


