Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

λοστός στα γαλλικά
λοστός
λέγεται
lo’stos
.
λοστός
σημαίνει στα γαλλικά
levier
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- βελόνη / λοστός : aiguille / aiguillage
- λοστός : pieds de biche
- λοστός : coin
- λοστός / τριβέλι : pal / pic
- σκάλιθρο / λοστός πυρών λέβητα : ringard
- λοστός διατρήσεως : barre à mine
- λοστός σιδηροτροχιών / λοστός ανύψωσης γραμμής : levier de rail
Subscribe
0 Comments


