Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μέσα στα γαλλικά
μέσα
λέγεται
’mesa
.
μέσα
σημαίνει στα γαλλικά
dans / dedans
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μέσα : ressource
- ΓΔ Ε / Γενική Διεύθυνση Ε - Περιβάλλον, παιδεία, μεταφορές και ενέργεια : Direction générale E - Environnement, éducation, transports et énergie / DG E
- ΜΑΠ / μέσα ατομικής προστασίας : EPI / équipement de protection individuelle
- ΜΜΕ / μέσα ενημέρωσης : média
- ΟΒΠΥ / μηχανοργάνωση παραγωγής : productique / production intégrée par ordinateur
- CDMM / Διευθύνουσα Επιτροπή για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης : CDMM / Comité directeur sur les moyens de communication de masse
- μέσα / ευκολίες : moyens / installations
- Σ49 / διατηρείται μόνο μέσα στο αρχικό δοχείο : S49 / conserver uniquement dans le récipient d'origine
- εσοχή / μπάσιμο μέσα ενός στίχου : renfoncement
- κόλλα / διαυγαστικά μέσα : colle / clarifiant
Subscribe
0 Comments


