Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μήτρα στα γαλλικά
μήτρα
λέγεται
’mitra
.
μήτρα
σημαίνει στα γαλλικά
utérus
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μήτρα : matrice
- μήτρα / καλούπι : CSP / garniture de moule
- μήτρα / καλούπι : moule de cuisson
- μήτρα / φιλιέρα : cavité / matrice
- μήτρα / καλούπι : matrice
- μήτρα / ολκός με ένσφαιρους τριβείς : matrice / filière à coussinets
- μήτρα / καλούπι : moule / mandrin
- μήτρα / μητρώο : matrice
- μήτρα / τύπος : forme / moule
Subscribe
0 Comments


