Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μερικός στα γαλλικά
μερικός
λέγεται
meri’kos
.
μερικός
σημαίνει στα γαλλικά
quelque / certain
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- υποπίνακας / μερικός πίνακας : tableau électrique divisionnaire
- μερικός βρασμός : étuvage
- μερικός τίτλος : titre partiel
- μερικός έλεγχος : contrôle partiel
- μερικός έλεγχος : correction partielle
- μερικός αλφισμός : albinisme partiel
- τεμαχισμός μερικός : dislocation partielle
- μερικός διαγωνισμός : adjudication partielle
- μερικός συμπυκνωτήρας : déflegmateur / condenseur partiel
- μερικός ακρωτηριασμός : amputation partielle
Subscribe
0 Comments


