Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μετρώ στα γαλλικά
μετρώ
λέγεται
me’tro
.
μετρώ
σημαίνει στα γαλλικά
compter / mesurer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στελλάρω / μετρώ με το γωνιόμετρο : équerrer
- μετρώ τα πάχη : moucheter
- μετρώ γλεύκος : peser un moût / sonder un moût
- μετρώ (γλεύκος) / μέτρηση γλεύκους : peser (un moût) / sonder (un moût)
- συμφωνία επί μέτρω : accord sur mesure
- επί μέτρω κατασκευή ενδυμάτων,εσωρούχων και καπέλων : fabrication sur mesure de vêtements,de lingerie et de chapeaux
Subscribe
0 Comments


