Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μητρικός στα γαλλικά
μητρικός
λέγεται
mitri’kos
.
μητρικός
σημαίνει στα γαλλικά
maternel
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στρώμα βράχου / μητρικό πέτρωμα : bedrock / assise rocheuse
- μητρικός αστήρ : caryaster
- μητρικός τέτανος : tétanos maternel
- μητρικός θάνατος : décès maternel
- γονικός οργανισμός / μητρικός οργανισμός : organisme parental
- μητρικός κινητήρας : moteur parent
- μητρικός κινητήρας : moteur représentatif
- μητρικός κινητήρας : moteur parent / moteur représentatif
- μητρικός μεταφορέας : transporteur associé
Subscribe
0 Comments


