Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μοναχικός στα γαλλικά
μοναχικός
λέγεται
monahi’kos
.
μοναχικός
σημαίνει στα γαλλικά
solitaire / isolé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- «μοναχικός καβαλάρης» : franc-tireur
Subscribe
0 Comments


