Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μορφώνω στα γαλλικά
μορφώνω
λέγεται
mor’fono
.
μορφώνω
σημαίνει στα γαλλικά
instruire / éduquer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μορφώνω / μορφοποιώ : façonner
Subscribe
0 Comments


