Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μπαχαρικό στα γαλλικά
μπαχαρικό
λέγεται
bahari’ko
.
μπαχαρικό
σημαίνει στα γαλλικά
épice
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ζυθογλεύκος / άρτημα μπύρας : moût / moût de bière
Subscribe
0 Comments


