Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μπισκότο στα γαλλικά
μπισκότο
λέγεται
bis’koto
.
μπισκότο
σημαίνει στα γαλλικά
biscuit
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- "μπισκότο" / ηλεκτρονικό μπισκότο : cookie / mouchard
- cookie / μπισκότο (δεδομένων) : témoin de session / témoin temporaire
- έμμονο ηλεκτρονικό μπισκότο : témoin permanent / témoin de connexion permanent
Subscribe
0 Comments


