Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μυς στα γαλλικά
μυς
λέγεται
mis
.
μυς
σημαίνει στα γαλλικά
muscle
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μυς / μυικός ιστός : tissu musculaire
- μυοξός / ελειός μυς : loir
- μηρικός / μηριαίος : crural
- λείος μυς : muscle lisse
- ωλενιαίος / ωλενιαίος μυς : cubital
- ψοΐτης μυς : psoas / musculus psoas
- μύς BOVERO : muscle de Bovero
- προσαγωγός / προσαγωγός μύς : adducteur
- μυς Coiter : muscle de Coiter
- στροφέας μυς : muscle rotateur
Subscribe
0 Comments


