Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μόνος στα γαλλικά
μόνος
λέγεται
’monos
.
μόνος
σημαίνει στα γαλλικά
seul
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μονοπαλμός / μονός παλμός : monoimpulsion / mono-impulsion
- μόνος γονέας / μοναδικός γονέας (Deprecated) : parent isolé
- μόνος εισηγητής : rapporteur unique
- μονός καυστήρας : brûleur simple
- απλός συμπιεστής / μονός συμπιεστής : compresseur simple
- μονός υαλοπίνακας : verre simple
- χρόνος πτήσης "μόνος" : temps de vol solo
- φοβία να μένει κανείς μόνος : crainte de l'isolement
- μονός ενδείκτης υδραυλικής πίεσης : indicateur de pression hydraulique simple
- μόνος αρμόδιος για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών : seule compétente pour apprécier les faits
Subscribe
0 Comments


