Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μύγα στα γαλλικά
μύγα
λέγεται
’miya
.
μύγα
σημαίνει στα γαλλικά
mouche
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δροσόφιλα / μύγα του ξυδιού : moucheron des caves / moucheron du vinaigre
- τουλαραιμία / σύνδρομο O'Hara : tularémie
- λευκή μύγα : mouche blanche
- μύγα τσετσέ / μύγα τσε-τσε : mouche tsé-tsé
- μύγα η κοινή / μύγα η οικιακή : mouche domestique / mouche des maisons
- μύγα κερασιών / σκουλήκι κερασιών : mouche des cerises
- μύγα βαμβακιού / έντομο βαμβακιού : puce du coton
- βυθισμένη μύγα : mouche noyée
- μύγα κηπευτική : bibion maraîcher / bibion des jardins
- επιπλέουσα μύγα : sauteuse
Subscribe
0 Comments


