Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

νεωτερισμός στα γαλλικά
νεωτερισμός
λέγεται
neoteriz’mos
.
νεωτερισμός
σημαίνει στα γαλλικά
innovation / nouveauté
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- νεωτερισμός / νέο επινόημα : nouveauté
- νεωτερισμός : innovation
Subscribe
0 Comments


