Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ντουλάπα στα γαλλικά
ντουλάπα
λέγεται
du’lapa
.
ντουλάπα
σημαίνει στα γαλλικά
armoire
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ντουλάπα / ιματιοθήκη : penderie / garde-robe
- ντουλάπα για φάρμακα : armoire à pharmacie
Subscribe
0 Comments


