Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ξαφνικά στα γαλλικά
ξαφνικά
λέγεται
ksafni’ka
.
ξαφνικά
σημαίνει στα γαλλικά
soudain
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φουσκώνω ξαφνικά / τεντώνομαι ξαφνικά : se raidir brusquement / se tendre brutalement
Subscribe
0 Comments


