Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ξεμπλέκω στα γαλλικά
ξεμπλέκω
λέγεται
kseb’leko
.
ξεμπλέκω
σημαίνει στα γαλλικά
démêler / se dépêtrer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- νετάρω / ξεμπλέκω : démailler
Subscribe
0 Comments


