Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ξεσηκώνω στα γαλλικά
ξεσηκώνω
λέγεται
ksesi’kono
.
ξεσηκώνω
σημαίνει στα γαλλικά
calquer / ameuter / soulever
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ξεσηκώνω σχέδιο / αντιγράφω σχέδιο : décalquer
Subscribe
0 Comments


