Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ξύσιμο στα γαλλικά
ξύσιμο
λέγεται
’ksisimo
.
ξύσιμο
σημαίνει στα γαλλικά
grattage
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ξύσιμο / απόξεση : grattage
- ξάσιμο / ξύσιμο : cardage
- ξύσιμο / ράσπισμα : brossage
- ξύσιμο / ρασπάρισμα : cardage
- ξύσιμο : rayage / grattage
- ξύσιμο γραμμής : ratissage de la voie
- ξύσιμο περγαμηνής : raturage
- μηχανή για ξύσιμο : machine à roder
- μηχανική ξύστρα μολυβιών / μηχανική συσκευή για το ξύσιμο των μολυβιών : appareil mécanique à tailler les crayons
- ξύσιμο συνθετικών υφασμάτων / χνούδιασμα συνθετικών υφασμάτων : garnettage
Subscribe
0 Comments


