Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

οξυγόνο στα γαλλικά
οξυγόνο
λέγεται
oksi’yono
.
οξυγόνο
σημαίνει στα γαλλικά
oxygène
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- οξυγόνο / MUL : oxygène
- BOD / BOD5 : DBO / demande biologique d'oxygène
- ThOD / θεωρητικώς απαιτούμενο οξυγόνο : DThO / demande théorique en oxygène
- COD / χημικώς απαιτούμενο οξυγόνο : DCO / demande chimique en oxygène
- THOD / θεωρητικώς απαιτούμενο οξυγόνο : DThO / demande théorique en oxygène
- DO / διαλελυμένο οξυγόνο : O.D. / oxygène dissous
- TOD / ολική ανάγκη σε οξυγόνο : DTO / demande totale en oxygène
- TBRC / κάμινος με περιστροφικό μετατροπέα με φυσητό οξυγόνο : convertisseur rotatif à soufflage par le haut
Subscribe
0 Comments


