Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ορεινός στα γαλλικά
ορεινός
λέγεται
ori’nos
.
ορεινός
σημαίνει στα γαλλικά
montagneux
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ορεινός σταθμός : station de montagne
- λάθυρος ο ορεινός : orobe / gesse aux tiges renflées
- ορεινός βοσκότοπος : alpage
- ορεινός σιδηρόδρομος / ορεινή σιδηροδρομική γραμμή : chemin de fer de montagne
- ελικοειδής ορεινός δρόμος : boucle hélicoïdale
- ορεινός αγροτικός πληθυσμός / πληθυσμός ορεινών γεωργικών περιοχών : paysannerie montagnarde
- ορεινός μεσογειακός χερσότοπος με ενδημικά ακανθώδη σπάρτα : lande oro-méditerranéenne à ajoncs
Subscribe
0 Comments


