Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πίσω στα γαλλικά
πίσω
λέγεται
’piso
.
πίσω
σημαίνει στα γαλλικά
derrière / arrière
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- οδηγός / δείκτης πέρατος : amorce / amorce de fin
- πίσω φως / οπίσθιος φανός θέσης : lampe arrière / lampe graisseur
- ανάποδη / πίσω όψη θηλιάς : maille d'envers
- ανάποδη / πίσω όψη : envers
- κτύπημα / κτύπημα από πίσω χαλασμένης φόρμας : repoussage
- πίσω όψη / όψη σφράγισης : face de scellement
- πίσω από / όπισθεν του : sur l'arrière de
- πίσω όψη / πίσω μέρος : contre-face / contre-parement
- πίσω φως / φως ουράς : feu arrière
- πίσω όψη : vue de derrière
Subscribe
0 Comments


