Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

παγιδεύω στα γαλλικά
παγιδεύω
λέγεται
paji’dhevo
.
παγιδεύω
σημαίνει στα γαλλικά
piéger
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- παγιδεύω / κατακρατώ : piéger
- παγιδεύω : embûcher
Subscribe
0 Comments


