Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

παρεμβάλλω στα γαλλικά
παρεμβάλλω
λέγεται
paren’valo
.
παρεμβάλλω
σημαίνει στα γαλλικά
interférer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
