Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

παχύς στα γαλλικά
παχύς
λέγεται
pa’his
.
παχύς
σημαίνει στα γαλλικά
gros / gras
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- παχύς / λιπαρός : gros
- παχύς : pateux
- παχύς : gras
- παχύς : épais
- παχύς φιλές / χονδρός φιλές : filet gras
- παχύς φιλές / φιλές ίσος προς το τέταρτο στοιχείο των 12 στιγμών : quart gras
- παχύς μανδύας : enrobage epais
- παχύς διαβήτης : diabète gras
- παχύς πάγος πρώτου έτους : glace épaisse de première année
- παχύς ή καλοήθης διαβήτης : diabète gras
Subscribe
0 Comments


