Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πεζόδρομος στα γαλλικά
πεζόδρομος
λέγεται
pe’zodhromos
.
πεζόδρομος
σημαίνει στα γαλλικά
rue piétonne
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πεζόδρομος : cheminement pour piétons
- περίπατος / πεζόδρομος : chemin pédestre / sentier pédestre
- πεζόδρομος : voie de circulation piétonne
- πεζόδρομος : aire piétonne / zone piétonne
- κυλιόμενος πεζόδρομος / κυλιόμενος διάδρομος για πεζούς : bande transporteuse pour piétons
- πεζόδρομος/περίπατος : trottoir / sentier pedestre
- κυλιόμενος πεζόδρομος στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό κτιρίου : monte-charge au trottoir / monte-charge de trottoir
Subscribe
0 Comments


