Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πειθαρχημένος στα γαλλικά
πειθαρχημένος
λέγεται
pitharhi’menos
.
πειθαρχημένος
σημαίνει στα γαλλικά
discipliné
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
