Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

περίοδος στα γαλλικά
περίοδος
λέγεται
pe’riodhos
.
περίοδος
σημαίνει στα γαλλικά
période / règles
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- περίοδος : cycle
- περίοδος / διάρκεια περιόδου : période / longueur de cycle
- περίοδος : période
- περίοδος : cycle des feux
- time out / τέλος χρόνου : time-out / temps limite
- καραντίνα / περίοδος απομόνωσης : mise en quarantaine
- άνθηση / ανθοφορία : floraison
Subscribe
0 Comments


