Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

περιορίζω στα γαλλικά
περιορίζω
λέγεται
perio’rizo
.
περιορίζω
σημαίνει στα γαλλικά
limiter
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανατάσσω κάταγμα / περιορίζω ένα κάταγμα : réduire une fracture
- περιορίζω την έκπτωση : réduire la dérive
- περιορίζω μια πυρκαϊά : circonscrire un incendie
- περιορίζω την κοινοποίηση : clause de notification limitée
- περιορίζω το φάσμα σήματος : limiter le spectre du signal
- περιορίζω τις δραστηριότητές μου : réduire ses activités
- περιορίζω την εδαφική ισχύ της θεωρήσεως : restreindre la validité territoriale du visa
- στενεύω σφυρηλατώντας τα άκρα των σωλήνων / στενεύω σφυρηλατώντας τις κεφαλές των σωλήνων : mater les extrémités des tubes
- περιορίζω το ποσόν κάλυψης για κάποια χώρα : limiter le montant couvert pour un pays
- περιορίζω τη συμβατική ελευθερία των μερών : limiter la liberté contractuelle des parties
Subscribe
0 Comments


