Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πετρέλαιο στα γαλλικά
πετρέλαιο
λέγεται
pe’treleo
.
πετρέλαιο
σημαίνει στα γαλλικά
pétrole / gasoil
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πετρέλαιο : pétrole
- πετρέλαιο / καύσιμο Diesel : alimentation diesel
- βαρύ λάδι / βαρύ πετρέλαιο : huile lourde
- κηροζίνη / φωτιστικό πετρέλαιο : pétrole lampant
- wet barrel / φυσικό πετρέλαιο : physique / pétrole physique
- κηροζίνη / καθαρό πετρέλαιο : kérosène / pétrole lampant
- μαζούτ / βαρύ μαζούτ : huile combustible lourde / fuel lourd
- ντίζελ / πετρέλαιο κίνησης : carburant Diesel
Subscribe
0 Comments


