Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πλάι στα γαλλικά
πλάι
λέγεται
’plai
.
πλάι
σημαίνει στα γαλλικά
à côté
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φόρτωση από το πλάι / φόρτωση από τα πλευρά : chargement par le côté
- ανεβασμένο με το πλάι : montée de flanc
- δέσιμο με ραφή στο πλάι : reliure par couture sur le côté
- δέρμα για το πλάι της σέλλας : cuir pour panneaux de selle
- τρίκυκλη μοτοσυκλετα με καλάθι στο πλάι : side-car
- φάκελος αλληλογραφίας με άνοιγμα στο πλάι : pochette postale / enveloppe postale
- μαλλί από το πλάι της κοιλιάς και από την πλάτη : laine de derrière de la toison
Subscribe
0 Comments


