Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πλέω στα γαλλικά
πλέω
λέγεται
’pleo
.
πλέω
σημαίνει στα γαλλικά
naviguer / nager
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πλέω : naviguer
- ουριοδρομώ / πλέω με ούριο σφοδρό άνεμο : fuir
- πλέω ήρεμα / προχωρώ αργά : en avant doucement
- πλέω δεξιά : tenir tribord
- πλέω σε διώρυγα : chenaler
- πλέω ριψοκίνδυνα : naviguer témérairement
- πλέω την εγγυτάτη : serrer au plus près
- πλέω χωρίς φορτίο / πλέω με μόνο το έρμα : naviguer sur lest
- πλέω προς τα κατάντη : descendre le fleuve à la dérive
- πλέω κοντά στην όχθη : serrer la rive / tenir de près la rive
Subscribe
0 Comments


