Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πλαισιώνω στα γαλλικά
πλαισιώνω
λέγεται
plesi’ono
.
πλαισιώνω
σημαίνει στα γαλλικά
encadrer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πλαισιώνω : border
- κορνιζάρω / πλαισιώνω : encadrer
- κορνιζώνω,πλαισιώνω / προσαρμόζω,ταιριάζω : encadrer
Subscribe
0 Comments


