Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πρόωρος στα γαλλικά
πρόωρος
λέγεται
’prooros
.
πρόωρος
σημαίνει στα γαλλικά
prématuré / anticipé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πρόωρος : prématuré
- ψευδοπήξις / πρόωρος πήξις : fausse prise
- πρόωρος γάμος : mariage précoce
- πρόωρος ειλεός : iléus précoce
- πρόωρος τοκετός / πρόωρη γέννηση : né avant terme / naissance prématurée
- πρόωρος αποβολή : avortement précoce
- πρόωρος πάρεσις : parésie précoce
- πρόωρος τοκετός : accouchement avant terme
- πρόωρος διασπορά : généralisation précoce
- πρόωρος διήθησις : infiltrat précoce
Subscribe
0 Comments


