Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σέλινο στα γαλλικά
σέλινο
λέγεται
’selino
.
σέλινο
σημαίνει στα γαλλικά
céleri
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σέλινο / σέλινο με ραβδώσεις : céleri à côtes / céleri en branche
- σελινόρριζα / ραπανοσέλινο : céléri-rave / céléri tubéreux
- αλάτι με σέλινο : sel de céleri
- σέλινο σε δέσμες / σέλινο σε κλάδους : céléri à côtes / céléri en branches
- δερματίτιδα από σέλινο / δερματίτιδα οφειλόμενη στο σέλινο : dermite du céleri
Subscribe
0 Comments


