Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σίδερο στα γαλλικά
σίδερο
λέγεται
’sidhero
.
σίδερο
σημαίνει στα γαλλικά
fer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πτύχωση / πιέτα που γίνεται με σίδερο : pli de repassage
- σφύρα / σίδερο για σημάδεμα με τη φωτιά : fer à marquer / fer à marquer au feu
- ελατό σίδερο / ελασμένος χάλυβας : fer laminé
- σταυρωτό σίδερο : fer en croix
- απώλειες πηνίου / απώλειες πυρήνα : pertes dans le fer
- ηλεκτρικό σίδερο : repasseuse électrique / machine à repasser électrique
- σίδερο συγκόλλησης : fer à souder
- σίδερο σιδερώματος : fer à repasser
- σίδερο για τηγανίτες / σίδερο ψησίματος γκόφρας : gaufrier / fer à gaufres
- γκοφραρισμένος με σίδερο : orné aux fers
Subscribe
0 Comments


