Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σακάκι στα γαλλικά
σακάκι
λέγεται
sa’kaki
.
σακάκι
σημαίνει στα γαλλικά
veste / veston
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σακάκι : veste
- σμόκιν / βραδυνό σακάκι : smoking
- σακάκι φοδραρισμένο με γούνα : gilet fourré
Subscribe
0 Comments


