Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σακούλα στα γαλλικά
σακούλα
λέγεται
sa’kula
.
σακούλα
σημαίνει στα γαλλικά
sac / sachet
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φορητή σακούλα / σακούλα με χειρολαβή : sac à poignée / sachet portatif
- σύνθετο σακίδιο / σακίδιο από σύνθετο υλικό : sachet mixte
- σωληνωτό σακίδιο / σωληνοειδής σακούλα : sachet tubulaire / sachet de feuille extrudée en gaine
- σακούλα Stomacher : sac adapté au Stomacher
- αεροστεγής σακούλα : coussin (d'air) à bulles d'air captives
- αυτόματη σακούλα SOS : sac S.O.S.
- σακούλα με επίπεδη βάση : pochette à base plate
- λεπτή σακούλα μεταφοράς : sac de caisse / sac sortie de caisse
- σακίδιο με σταυρωτό πάτο / σακούλα με σταυρωτό πάτο : sachet à fond / sachet à fond croisé
- σακίδιο απορρόφησης υγρασίας / σακούλα απορρόφησης υγρασίας : sachet déshydratant
Subscribe
0 Comments


