Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σαρκαστικός στα γαλλικά
σαρκαστικός
λέγεται
sarkasti’kos
.
σαρκαστικός
σημαίνει στα γαλλικά
sarcastique
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
